Μαρκ Σαγκάλ
6 Ιουλίου 1887 • 28 Μαρτίου 1985
Ο Mαρκ Σαγκάλ (1887-1985), γεννημένος ως Mόις Σαγκάλ, ήταν Ρωσο-Γάλλος καλλιτέχνης. Καταγόταν από μια εβραϊκή οικογένεια κοντά στο Βιτέμπσκ (σήμερα στη Λευκορωσία, αλλά εκείνη την εποχή στις άκρες της Ρωσικής Αυτοκρατορίας). Ο Σαγκάλ ήταν το μεγαλύτερο από τα εννέα παιδιά. Ο πατέρας του Kάτσκι Σαγκάλ εργαζόταν σε έναν έμπορο ρέγγας και η μητέρα του, Φέιγκε-Ίτε πουλούσε είδη παντοπωλειου από το σπίτι τους. Ο πατέρας του δούλευε σκληρά, κουβαλώντας βαριά βαρέλια, αλλά κέρδιζε μόνο 20 ρούβλια το μήνα. Ο Σαγκάλ αργότερα θα περιλάμβανε μοτίβα «από σεβασμό προς τον πατέρα του», γράφει ο βιογράφος του Σαγκάλ, Τζέικομπ Μπάαλ-Τεσούβα. Τα περισσότερα από όσα είναι γνωστά για την πρώιμη ζωή του Σαγκάλ προέρχονται από την αυτοβιογραφία του Η Ζωή μου. Σε αυτή περιέγραψε τη μεγάλη επιρροή που είχε η κουλτούρα του Χασιδικού Ιουδαϊσμού στη ζωή του ως καλλιτέχνη. Στη Ρωσική Αυτοκρατορία εκείνη την εποχή δεν επιτρεπόταν στα εβραιόπουλα να φοιτούν σε κανονικά σχολεία ή πανεπιστήμια και η μετακίνησή τους στην πόλη γινόταν με περιορισμούς. Ως εκ τούτου, ο Σαγκάλ έλαβε την πρωτοβάθμια εκπαίδευσή του στο τοπικό εβραϊκό θρησκευτικό σχολείο, όπου μελέτησε τα Εβραϊκά και τη Βίβλο. Σε ηλικία 13 ετών, η μητέρα του προσπάθησε να τον γράψει σε κανονικό λύκειο. Δωροδόκησε τον διευθυντή με 50 ρούβλια για να του επιτρέψει να παρακολουθεί τα μαθήματα, και αυτός τα δέχτηκε.
Μεταξύ 1908 και 1910, ο Σαγκάλ ήταν μαθητής του Λεόν Μπακστ στη Σχολή Σχεδίου και Ζωγραφικής στη Ζβάντσεβα. Το 1910 ο Σαγκάλ μετακόμισε στο Παρίσι για να αναπτύξει το καλλιτεχνικό του στυλ. Επειδή του έλειπε η αρραβωνιαστικιά του, η Μπέλα Ρόζενφελντ, η οποία ήταν ακόμα στο Βιτέμπσκ, ο Σαγκάλ δέχτηκε μια πρόσκληση να εκθέσει τη δουλειά του στο Βερολίνο, με την πρόθεσή να γυρίσει στη Λευκορωσία, να παντρευτεί τη Μπέλα και μετά να επιστρέψει μαζί της στο Παρίσι. Η έκθεση είχε τεράστια επιτυχία. Και σύμφωνα με το σχέδιο ταξίδεψε στο Βιτέμπσκ μετά, όπου ήθελε να μείνει αρκετό καιρό για να παντρευτεί την Μπέλα.
Ένα χρόνο αργότερα το ζευγάρι παντρεύτηκε και απέκτησαν το πρώτο τους παιδί. Το 1915 ο Σαγκάλ άρχισε να εκθέτει τα έργα του σε ένα γνωστό σαλόνι. Σε ηλικία 30 ετών, ο Σαγκάλ είχε αρχίσει να γίνεται πολύ γνωστός. Στη Μόσχα του προσφέρθηκε δουλειά ως σκηνογράφος στο νεοσύστατο Κρατικό Εβραϊκό Θέατρο Δωματίου. Το 1921 ο Σαγκάλ έζησε σε μια μικρή πόλη κοντά στη Μόσχα και εργάστηκε ως δάσκαλος τέχνης. Φιλοτέχνησε μια σειρά εικονογραφήσεων για τον κύκλο ποίησης Γίντις Grief (Θλίψη). Αφού πέρασε τα χρόνια 1921 και 1922 σε πρωτόγονες συνθήκες, αποφάσισε να επιστρέψει στη Γαλλία. Στη Γαλλία έμεινε την περίοδο 1923-1941. Το 1944 πέθανε η σύζυγός του, Μπέλα. Οκτώ χρόνια αργότερα παντρεύτηκε ξανά τη Βαλεντίνα Μπρόντσκι.
Ως πρώιμος μοντερνιστής, συνδέθηκε με πολλά σημαντικά καλλιτεχνικά στυλ και φιλοτέχνησε έργα σχεδόν σε κάθε καλλιτεχνικό είδος, όπως ζωγραφική, εικονογραφήσεις βιβλίων, βιτρό, σκηνικά, κεραμικά, ταπισερί και καλλιτεχνικά χαρακτικά. Ο κριτικός τέχνης Ρόμπερτ Χιούζ αναφέρει τον Σαγκάλ ως «τον κατεξοχήν Εβραίο καλλιτέχνη του εικοστού αιώνα» (αν και ο Σαγκάλ είδε το έργο του ως «όχι το όνειρο ενός λαού αλλά ολόκληρης της ανθρωπότητας»). Σύμφωνα με τον ιστορικό τέχνης Mάικλ Τζ. Λιούις, ο Σαγκάλ θεωρήθηκε «ο τελευταίος επιζών της πρώτης γενιάς Ευρωπαίων μοντερνιστών». Για δεκαετίες, «είχε κερδίσει το σεβασμό ως ο εξέχων Εβραίος καλλιτέχνης στον κόσμο». Χρησιμοποιώντας ως μέσο το βιτρό, φιλοτέχνησε παράθυρα για τους καθεδρικούς ναούς της Ρεμς και της Μετς, παράθυρα για τον ΟΗΕ και τα παράθυρα της Ιερουσαλήμ στο Ισραήλ. Έκανε επίσης έργα ζωγραφικής μεγάλης κλίμακας, συμπεριλαμβανομένου τμήματος της οροφής της Όπερας του Παρισιού. Πριν από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ταξίδευε μεταξύ Αγίας Πετρούπολης, Παρισιού και Βερολίνου. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δημιούργησε το δικό του μείγμα και ύφος μοντέρνας τέχνης με βάση την ιδέα του για την εβραϊκή λαϊκή κουλτούρα της Ανατολικής Ευρώπης. Πέρασε τα χρόνια του πολέμου στη Σοβιετική Λευκορωσία, έγινε ένας από τους πιο διακεκριμένους καλλιτέχνες της χώρας και μέλος της μοντερνιστικής πρωτοπορίας, ιδρύοντας το Κολλέγιο Τεχνών του Βιτέμπσκ πριν φύγει ξανά για το Παρίσι το 1922. Φημιζόταν κυρίως για δύο πράγματα, γράφει ο Λιούις: ως πρωτοπόρος του μοντερνισμού και ως σημαντικός Εβραίος καλλιτέχνης. Γνώρισε τη «χρυσή εποχή» του μοντερνισμού στο Παρίσι, όπου «συνέθεσε τις μορφές τέχνης του Κυβισμού, του Συμβολισμού και του Φωβισμού και η επιρροή του Φωβισμού δημιούργησε τον Σουρεαλισμό». Ωστόσο, σε όλες αυτές τις φάσεις του στυλ του «παρέμεινε με έμφαση ένας Εβραίος καλλιτέχνης, του οποίου το έργο ήταν μια μακρά ονειρική ονειροπόληση της ζωής στο χωριό της καταγωγής του, το Βιτέμπσκ». «Όταν πεθάνει ο Ματίς», ανέφερε ο Πάμπλο Πικάσο τη δεκαετία του 1950, «Ο Σαγκάλ θα είναι ο μόνος εν ζωή ζωγράφος που αντιλαμβάνεται τι είναι πραγματικά το χρώμα».
Ο Σαγκάλ πέθανε σε ηλικία 97 ετών στο Σαν Πωλ ντε Βανς (Γαλλία).