Μέχρι το καλοκαίρι του 1874, ο Εντουάρ Μανέ βρισκόταν για χρόνια στο επίκεντρο ενός καλλιτεχνικού κινήματος που τον θεωρούσε σημείο αναφοράς, χωρίς όμως ο ίδιος να αισθάνεται ότι ανήκε σε αυτό. Οι Ιμπρεσιονιστές τον θαύμαζαν· εκείνος όμως κρατούσε αποστάσεις, και εξακολουθούσε να προτιμά τις σκούρες τονικές βάσεις, τη χρήση του μαύρου χρώματος και την επιδοκιμασία του Σαλονιού. Έπειτα επισκέφθηκε τον Κλοντ Μονέ στο Αρζαντέιγ... και κάτι μέσα του άρχισε να απελευθερώνεται.
Το αποτέλεσμα είναι ένα από τα πιο φωτεινά έργα που ζωγράφισε ο Μανέ στην ύπαιθρο. Ο καλλιτέχνης στήνει το καβαλέτο του κοντά στο σημείο όπου εργαζόταν εκείνο το καλοκαίρι ο Μονέ. Οι δύο ζωγράφοι μάλιστα δούλεψαν πλάι πλάι, μαζί με τον Ρενουάρ, σε μια σχεδόν αυτοσχέδια συνάντηση στην ύπαιθρο (plein-air). Η Καμίγ Μονέ και ο μικρός της γιος, Ζαν στέκονται στην όχθη του ποταμού. Πίσω τους, το νερό αντανακλά το φως με σπαστές πινελιές και κυματισμούς που μαρτυρούν την επίδραση της ζωγραφικής γλώσσας του Μονέ. Στην απέναντι όχθη, σκάφη που μεταφέρουν πλυμένα ρούχα παρατάσσονται κατά μήκος του ποταμού, στοιχεία της πεζής καθημερινότητας μιας πόλης που ο Ιμπρεσιονισμός μετέτρεπε σε θέμα άξιο της υψηλής τέχνης.
Ωστόσο, ο Μανέ δεν εγκαταλείπει ποτέ εντελώς τα δικά του καλλιτεχνικά ένστικτα. Το νερό λαμπυρίζει με ελεύθερες, Ιμπρεσιονιστικές πινελιές, όμως οι μορφές αποδίδονται με τη χαρακτηριστική του πυκνότητα: παχιές, σίγουρες στρώσεις χρώματος και εκείνο τα χαρακτηριστικό μαύρο χρώμα που ο Μονέ και ο Ρενουάρ είχαν πλέον σε μεγάλο βαθμό εγκαταλείψει.
Υ.Γ. Ανακαλύψτε την απρόσμενη πλευρά της ιστορίας της τέχνης, από λησμονημένους καλλιτέχνες έως άγνωστες ιστορίες για τους μεγάλους δημιουργούς. Εγγραφείτε στο ενημερωτικό δελτίο του Περιοδικού DailyArt!